~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σελίδες για την ζωή, το έργο, την αλληλογραφία του συγγραφέα και ταξιδευτή της ζωής, της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα // Επιμέλεια: Πάνος Αϊβαλής"......
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μεάφραση // Translate


Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Νίκος Καζαντζάκης: Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως;



Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία... Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός, κάθε στιγμή πεθαίνουμε.
Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή, κάθε στιγμή γεννιόμαστε.
Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο….
 
ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ
 
…Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.
Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ δε με νοιάζει.
Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.
Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω.
Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη.
Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει….
 
ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
 
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου;
Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»
 
ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ
 
…Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος…
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευθερία….
 
ΕΓΩ
 
…Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω!
 
Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες:
Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους! …
 
Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
 
…Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
 Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.
Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.
… Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση κλείσε τον!
 Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ’ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
 Ποιο είναι το χρέος μας; Ν’ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν’ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη…
 
Απόσπασμα από την Ασκητική
 
Ο Νίκος Καζαντζάκης (18 Φεβρουαρίου 1883 –  26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως.
Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό ποιητές.
 
Γεννήθηκε  στο Ηράκλειο Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883. Ήταν γιος του εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού Μιχάλη Καζαντζάκη και της Μαρίας και είχε δύο αδελφές.
 
Στο Ηράκλειο έβγαλε το γυμνάσιο και το 1902 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1906 δημοσιεύοντας το δοκίμιο «Η Αρρώστια του Αιώνος» και το πρώτο του μυθιστόρημα «Όφις και Kρίνο» (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη). Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.
 
Το 1910 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.
 
Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».
Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη.
 
Εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Καθημερινή, εκδίδεται το διαζύγιό του με την πρώτη του σύζυγο και γνωρίζει την Ελένη Σαμίου, το 1924 με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Τον Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της «Οδύσσειας».
Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του «Ταξιδεύοντας», ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γλυνού, δημοσίευσε την «Aσκητική», το φιλοσοφικό του έργο.
 
Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης φεύγει για τη Μόσχα προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την «Ασκητική».
Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ. To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Το 1943 ολοκλήρωσε τη συγγραφή του μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».
 
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946.
 
Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά αποτυγχάνει για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι – Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.
 
Τρεις φορές προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Επίσης δυο φορές προτάθηκε, το 1952 και 1953, απ’ τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών, ποτέ όμως απ’ την Ακαδημία της Αθήνας. Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι.
 
Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του.
Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον «Kαπετάν Mιχάλη» και το σύνολο του περιεχομένου του «Τελευταίου Πειρασμού».

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ.
 
Το 1957 η υγεία του είχε κλονιστεί από λευχαιμία.  Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη στο Ηράκλειο Κρήτης, χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος. -

Πηγή: like.philenews.com

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

"Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια..."- Ο Ν. Καζαντζάκης για τη δική του μάνα στον "Γκρέκο"


Στα 1900, όρθιοι, από αριστερά: Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι αδελφές του Αναστασία και Ελένη. (Καθήμενοι:) Ο αδελφός της μητέρας του, Αντώνης Χριστοδουλάκης και η μητέρα του Μαρία. (Καθήμενοι μπροστά:) Τα εξαδέλφια του Άννα και Γεώργιος, τέκνα του Αντώνη Χριστοδουλάκη
Στα 1900, όρθιοι, από αριστερά: Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι αδελφές του Αναστασία και Ελένη. (Καθήμενοι:) Ο αδελφός της μητέρας του, Αντώνης Χριστοδουλάκης και η μητέρα του Μαρία. (Καθήμενοι μπροστά:) Τα εξαδέλφια του Άννα και Γεώργιος, τέκνα του Αντώνη Χριστοδουλάκη


Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’ χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρεί το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό της να φύγει.
Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961

 Στα 1900, όρθιοι, από αριστερά: Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι αδελφές του Αναστασία και Ελένη. (Καθήμενοι:) Ο αδελφός της μητέρας του, Αντώνης Χριστοδουλάκης και η μητέρα του Μαρία. (Καθήμενοι μπροστά:) Τα εξαδέλφια του Άννα και Γεώργιος, τέκνα του Αντώνη Χριστοδουλάκη
Στα 1900, όρθιοι, από αριστερά: Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι αδελφές του Αναστασία και Ελένη. (Καθήμενοι:) Ο αδελφός της μητέρας του, Αντώνης Χριστοδουλάκης και η μητέρα του Μαρία. (Καθήμενοι μπροστά:) Τα εξαδέλφια του Άννα και Γεώργιος, τέκνα του Αντώνη Χριστοδουλάκη

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΟΥ ΥΠΕΒΑΛΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ, ΟΤΑΝ ΜΕ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ ΩΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ.



[ΑΠΟΛΟΓΙΑ]

…Οι προχωρημένες κεφαλαιοκρατικές χώρες, παρασύροντάς μας στα οικονομικά τους συμφέροντα, καθιστούν κάθε μέρα επαχθέστερη τη σχεδόν αποικιακή εκμετάλλεψη που μας κάνουν….
Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη…Ο αγώνας, όπως τον αντιλαμβάνουμαι, δεν είναι απλώς οικονομικός. Η οικονομική χειραφέτηση είναι μονάχα μέσο για την ψυχική και πνευματική χειραφέτηση του ανθρώπου. Πρέπει να επιδιώκουμε να πραγματοποιηθεί η υλική ευτυχία όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, για να μπορέσει, όταν πιά πετύχουμε το σκοπό αυτό, να μετατοπιστεί σέ υψηλότερο επίπεδο το περιεχόμενο της ευτυχίας….
….Γύρισα στην Ελλάδα. Βρήκα τα δυο στρατόπεδα ν’ αντικρίζουν το μέγα ρούσικο πρόβλημα με παχυλήν αμάθεια. Θέλησα, όπως ήταν χρέος μου, να διαφωτίσω όσους μπορώ —κομουνιστές και αστούς. Έγραψα σειρές άρθρα, τύπωσα βιβλία μίλησα. Με άγρυπνη πάντα, και σκληρή συχνά, αμεροληψία. Γι’ αυτό δεν ευχαρίστησα μήτε τους κομουνιστές μήτε τους αστούς. Δεν πειράζει. Σκοπός μου δεν ήταν να ευχαριστήσω κανέναν, μα να πω την αλήθεια…
  • Για ν’ απαντήσω στην κατηγορία, είναι ανάγκη με λίγα λόγια απλά να διατυπώσω τον τρόπο που αντικρίζω το σημερινό κοινωνικό πρόβλημα.
Τρεις είναι, θαρρώ, οι επάλληλοι κύκλοι που πρέπει να φωτιστούν, αν θέλω η απολογία μου τούτη ν’ αποχτήσει λογικόν ειρμό κι εξηγητική αξία:
α) Σε ποια παγκόσμια ιστορική στιγμή βρισκόμαστε σήμερα.
β) Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας και το χρέος της στην ιστορική αυτή στιγμή.
γ) Ποιο θεώρησα ως ατομικό μου χρέος.
A’
Πιστεύω ότι το αστικό καθεστώς είναι ανίκανο πια να ρυθμίσει τις σύγχρονες ανάγκες κι ανησυχίες του κοινωνικού συνόλου:
  • Οικονομικώς —στηρίζεται στη ληστρική ατομική οργάνωση της παραγωγής και στην άνιση κατανομή του πλούτου.
  • Κοινωνικώς —δεν υπάρχει πιά καμιά ηθική που να στηρίζει τις σχέσεις των ανθρώπων.
  • Πολιτικώς —η άρχουσα τάξη διαχειρίζεται την πολιτική εξουσία προς όφελος της, εις βάρος της μεγίστης πλειονοψηφίας του λαού και αποδείχνεται μάταιη κάθε αλλαγή προσώπων ή θεσμών.
ΚαζαντζάκηςΔεν υπάρχει πιά στο αστικό καθεστώς ένα ανώτερο ιδανικό, που να δίνει ευγένεια και συνοχή στις ενέργειες των ατόμων και των κρατών. Δεν υπάρχει πίστη —δηλαδή ένας υπερατομικός ρυθμός, που να ρυθμίζει τις σκέψεις, τα αιστήματα και τις πράξεις των ατόμων
Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θέαμα, που όμοιό του παρατηρήθηκε στο τέλος κάθε πολιτισμού. Μια τάξη —πρώτας οι ιερείς κι οι μάγοι, ύστερα οι βασιλιάδες, ύστερα οι φεουδάρχες, ύστερα οι αστοί— παίρνουν την εξουσία, γκρεμίζοντας την προηγούμενη τάξη. Κι ύστερα από καιρό, όταν πιά περάσουν κι αυτοί όλα τα στάδια της ακμής και της παρακμής, έρχεται μια άλλη τάξη —που θ’ ακολουθήσει την ίδια καμπύλη— και τους εκτοπίζει. Τέτοιος είναι ο κυματισμός της Ιστορίας.
Η αστική τάξη γκρέμισε τη φεουδαρχία, απέδωκε —σε θαμαστή ποσότητα και ποιότητα— ό,τι μπόρεσε στη σκέψη, στην τέχνη, στην επιστήμη και στην πράξη. Τώρα διαγράφει τη μοιραία καμπύλη προς τα κάτου.
Ζούμε την παρακμή τούτη, κι επομένως είναι πολύ δύσκολο να την αντιληφτούμε. Όμως, τόσο είναι γοργή η «αποσύνθεση, ώστε και οι πιο παχύδερμοι αρχίζουν ν’ ανησυχούν.
Και διαγράφουνται φανερά δυο ειδών προσπάθειες:
1. Άλλοι μάχουνται να συγκρατήσουν το αστικό καθεστώς, πολεμώντας κάθε αντίθετη ενέργεια και σκέψη.
2. Άλλοι μάχουνται να το ρίξουν, αντικαθιστώντας το με νέο —κατά την πεποίθησή τους δικαιότερο κι εντιμότερο— καθεστώς.
ΠρεβελάκηςΟι πρώτοι, οι συντηρητικοί, κρατούν την εξουσία κι έχουν, φυσικά, δικαίωμα και χρέος να υπερασπιστούν την ιδεολογία τους και τα συμφέροντά τους. Παραγνωρίζοντας τους αδυσώπητους νόμους της γέννησης, της ακμής και τής φθοράς, ελπίζουν πως θα συμβεί τώρα, για πρώτη φορά στην Ιστορία, το θάμα να διατηρηθεί αιωνίως η τάξη τους στην εξουσία.
Μα δεν υπάρχει παράδειγμα στην Ιστορία που ν’ αποδείγνει πως οι προσπάθειες των συντηρητικών καρποφόρησαν μέχρι τέλους.
Αν γινόταν αυτό, η ζωή δε θα κινούσε από τις πρώτες σίγουρες και ατελέστατες μορφές της. Θυμηθείτε την περίφημη φράση του Κουριέ: Όταν ο Θεός θέλησε να δημιουργήσει τον κόσμο, οι συντηρητικοί γύρα του αγγέλοι φώναξαν: «Κύριε, μην καταστρέφεις το χάος!» Μα ο Θεός δεν άκουσε τους συντηρητικούς, δεν τους ακούει ποτέ !
Ποια τάξη θα διαδεχτεί το αστικό καθεστώς;
Ακλόνητα πιστεύω η τάξη των εργαζομένων: εργάτες, αγρότες και πνευματικοί παραγωγοί. Η τάξη αυτή πέρασε το πρώτο στάδιο —της φιλανθρωπίας- δεν αποτείνεται πιά, όπως πριν από ένα αιώνα, στη φιλανθρωπία των πλούσιων, δε ζητάει πιά ελεημοσύνη. Πέρασε έπειτα το δεύτερο στάδιο —της δικαιοσύνης• δε ζητάει πια να καταλάβει την αρχή γιατί αυτό είναι το δίκιο, βρίσκεται στο τρίτο και τελευταίο στάδιο: πιστεύει τώρα πως θα πάρει την εξουσία, γιατί τέτοια είναι η ιστορική ανάγκη.
Κι έτσι βρισκόμαστε σήμερα στο κρίσιμο σημείο, όπου μια τάξη, παρ’ όλη την εξωτερική, ισχυρότατη εμφάνισή της, τρεκλίζει, σαλεύουν τα θεμέλια της, έχασε την ψυχική της συνοχή —κι αποσυντίθεται. Αποσυντίθεται γιατί δεν πιστεύει.
Μια άλλη τάξη συντάζεται, οργανώνεται, πιστεύει. Μα δεν οργανώθηκε ακόμα εντελώς. Δεν φωτίστηκε ακόμα όλη, δεν έλαβε ακόμα τέλεια συνείδηση της δύναμής της —διατελεί ακόμα σκλάβα του σαπημένου κολοσσού.
Οι παλιές αξίες έχασαν την πίστη που τις στήριζε και τους έδινε νόημα και κύρος• οι νέες αξίες δημιουργούνται ολοένα, δεν πήραν ακόμα τη σταθερή τους μορφή.
Σε τούτο ακριβώς το σημείο έγκειται η τραγικότητα της φοβερής, μεταβατικής εποχής που ζούμε.
Τρία γεγονότα καθιστούν τον κίντυνο που διατρέχει το αστικό καθεστώς ακόμα φοβερότερο:
α) Για πρώτη φορά στην Ιστορία συμβαίνει τούτο το καταπληχτικό: Όλες οι ήπειροι, και οι πέντε, λαβαίνουν τώρα μέρος σε μιαν ομαδική ενέργεια. Για πρώτη φορά στην Ιστορία η Γης αποχτά ενιαία συνείδηση. Οργανώνουνται, γύρα από τον ίδιο σκοπό, όλες οι φυλές —άσπρες, μαύρες και κίτρινες. Η καταστροφή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι επαρχιακό φαινόμενο μπροστά στη διαγραφόμενη σήμερα καταστροφή του αστικού καθεστώτος.
β) Δεύτερο γεγονός που εντείνει τον κίντυνο είναι το φοβερό ξύπνημα των ασιατικών και αφρικανικών λαών. Για να τους μεταχειριστούν στον παγκόσμιο πόλεμο, οι Ευρωπαίοι ξύπνησαν μέσα τους την εθνική συνείδηση και τους υποσχέθηκαν, μετά τη νίκη, εθνική ελευτερία• Τους όπλισαν, τους έμαθαν να πολεμούν και να σκοτώνουν Ευρωπαίους, γύρισαν στην πατρίδα τους, οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν, όλες οι αποικίες βρίσκουνται σε επικίντυνο αναβρασμό και ζητούν ελευτερία.
γ) Τρίτο γεγονός που επιτείνει στο ακρότατο τον κίντυνο του αστικού καθεστώτος, είναι τούτο: Υπάρχει ένας αρχηγός σε όλη αυτή τη διμέτωπη παγκόσμια κίνηση —αρχηγός τού παγκοσμίου Προλεταριάτου που ζητά οικονομική χειραφέτηση, και συνάμα αρχηγός των ανατολικών λαών που ζητούν εθνική χειραφέτηση. Ο αρχηγός αυτός είναι ένα κράτος τεράστιο, το 1/6 της Γης, με ισχυρότατο στρατό, με ανεξάντλητες πρώτες ύλες, με επιστήμονες μεγάλους, με πολιτικούς οδηγούς αμείλιχτους —και προπάντων με κάτι φοβερό, που δεν υπάρχει στον αντίπαλο κόσμο: με μια νέα Πίστη. Η Ρουσία.
Νίκος ΚαζαντζάκηςΗ Ρουσία προσπαθεί να δώσει το πρότυπο προλεταριακού κράτους. Στις προλεταριακές μάζες του κόσμου διεγείρει έτσι τη μίμηση κι υποτυπώνει τη σωτηρία. Στους ανατολίτικους λαούς εξαγγέλνει με μεγαλοφυή προπαγάντα τα απλούστατα τούτα, εντελώς νοητά και αγαπητά στους ανατολίτικους εγκεφάλους: «Διώξετε τους Ευρωπαίους, λυτρωθείτε από το ξένο Κεφάλαιο! Γίνετε κύριοι του σπιτιού σας!»
Η Ρουσία δεν είναι πια η πρωτοπορία της Ευρώπης στην Ασία• μα η πρωτοπορία της Ασίας στην Ευρώπη.
Στις απέραντες ρούσικες εχτάσεις γίνεται ένα πείραμα δύσκολο, αιματερό, κρίσιμο. Όλοι, εχτροί και φίλοι, με μίσος ή με αγάπη, έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στη Ρουσία. Αυτή είναι σήμερα, θέμε δε θέμε, το κέντρο της Γης.
Η ψυχική τούτη μεταπολεμική αγωνία, η οξύτατη συναίστηση πως είναι ανάγκη να εξευρεθεί μια λύτρωση από τη σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική αθλιότητα —και η σαφέστατα πιά διαγραφόμενη οργάνωση των δυο στρατοπέδων, αποτελούν, σήμερα, τη Μεγάλη Παγκόσμια Πραγματικότητα.
Β’
Απέναντι στη Μεγάλη τούτη παγκόσμια Πραγματικότητα έχουμε τη Μικρή τοπική Πραγματικότητα της Ελλάδας.
Ποιά είναι η σχέση της Μικρής αυτής Πραγματικότητας με τη Μεγάλη;
400 Γράμματα στον πρεβελάκηΠολλοί λεν: Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμα σε τόση οξύτητα, όσο σε άλλες βιομηχανικώς πιο προηγμένες χώρες, η σαφής διαγραφή της πάλης των τάξεων. Μόλις βγήκαμε από τη φεουδαρχία των Τούρκων και των δημογερόντων, η αστική τάξη ακόμα δεν πρόλαβε ν’ αναπτύξει όλες της τις δυνατότητες, οι εργάτες μας κι οι αγρότες προλετάριοι είναι λίγοι, κι οι περισσότεροι αφώτιστοι κι ανοργάνωτοι. Πάλη των τάξεων σε μας δεν μπορεί να υπάρχει. Είμαστε φύσει συντηρητικοί, δε θ’ αφήσουμε την μπόρα να περάσει τα σύνορά μας. Αυτά λεν.
Έχω την πεποίθηση πως ανατροπή του καθεστώτος στην Ελλάδα, αν η Ελλάδα ήτανε δυνατόν να ’ναι εντελώς απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, δε θα γινόταν παρά ύστερα από αιώνες. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε τα τρία τούτα αναντίρρητα γεγονότα:
α) Σήμερα καμιά χώρα δεν μπορεί να ’ναι απομονωμένη και καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να εντοπίσει την ιδέα σέ σύνορα γεωγραφικά.
β) Οι προχωρημένες κεφαλαιοκρατικές χώρες, παρασύροντάς μας στα οικονομικά τους συμφέροντα,καθιστούν κάθε μέρα επαχθέστερη τη σχεδόν αποικιακή εκμετάλλεψη που μας κάνουν. Είμαστε δεμένοι, θέλουμε δε θέλουμε, στο καπιταλιστικό άρμα της Ευρώπης και της Αμερικής, κι όλα τους τα οικονομικά προβλήματα έχουν άμεσο και βαρύ αντίχτυπο σε μας.
γ) Δεν πρέπει να ξεχνούμε και τούτο: Ό,τι πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θ’ απαιτούσε γενεές ολόκληρες να διαπλαστεί και να ωριμάσει, σήμερα, σε ελάχιστο χρόνο, γίνεται αντιληπτό κι αγωνίζεται να μετουσιωθεί, ταχύτατα, σε πράξη. Να γιατί η πάλη των τάξεων άρχισε κιόλας στην Ελλάδα και κάθε μέρα, το βλέπουμε όλοι, οξύνεται.
Ξέρω, το τέλειο, το σίγουρο θα ήταν να είχαμε κι εμείς, στην Ελλάδα, φυσιολογικά περάσει όλες τις μορφές του ξετυλιμού, να είχαμε, με υπομονή, με αγώνα δικό μας, διανύσει κανονικά όλα τα στάδια.
ΜαγιακόφσκιΜα όλα στον κόσμο τούτον δε γίνουνται με τόση συνέπεια και λογική. Πολλά είδη φυτών και ζώων χάθηκαν, πολλές ιστορίες λαών απόμειναν στη μέση, γιατί δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν και να παρακολουθήσουν το ρυθμό της ανερχόμενης, αμείλιχτης για τους καθυστερημένους, ζωής. Θα ήταν βέβαια λογικό και φιλάνθρωπο να τους δοθεί προθεσμία να ωριμάσουν. Μα προθεσμία, στη Φυσική και στην Ιστορία, ποτέ δε δίνεται. Όποιος μπορεί, ας σωθεί!
Σε όλη τη Γης η στιγμή είναι κρίσιμη• στην Ελλάδα, ακόμα κρισιμότερη. Γιατί από λόγους ιστορικούς και φυλετικούς μείναμε εξαιρετικά πίσω. Ο καιρός που μας απομένει να προσαρμοστούμε μ’ ένα παγκόσμιο ρυθμό, γοργότερο από το ρυθμό της ελληνικής ανάγκης, ο καιρός αυτός είναι, κατά πάσα πιθανότητα, λίγος.
Η μπάρα θα έρθει, θέλοντας και μη, είτε είμαστε έτοιμοι είτε μή• δε θα μας κάμει τη χάρη να μας περιμένει να ωριμάσουμε πρώτα. Η Μικρή ελληνική Πραγματικότητα θα παρασυρθεί από τη Μεγάλη.
Ποιό είναι το χρέος μας; Να ετοιμαζόμαστε. Πώς; Μορφώνοντας σαφή ιδέα της ιστορικής στιγμής που περνούμε, φωτίζοντας το λαό και δίνοντας νέο, υψηλότερο περιεχόμενο στις έννοιες της εργασίας, της δικαιοσύνης και της αρετής.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν οι μάζες να ’ναι έτοιμες να μεταβούν από τη συναίστηση των δικαιωμάτων τους στην πραγμάτωση των υποχρεώσεών τους. Έτσι μονάχα, όταν θα έρθει η μοιραία στιγμή, θα μπορέσουν ν’ αναλάβουν ευθύνες.
Μαγιακόφσκι Ο αγώνας, όπως τον αντιλαμβάνουμαι, δεν είναι απλώς οικονομικός. Η οικονομική χειραφέτηση είναι μονάχα μέσο για την ψυχική και πνευματική χειραφέτηση του ανθρώπου. Πρέπει να επιδιώκουμε να πραγματοποιηθεί η υλική ευτυχία όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, για να μπορέσει, όταν πιά πετύχουμε το σκοπό αυτό, να μετατοπιστεί σέ υψηλότερο επίπεδο το περιεχόμενο της ευτυχίας.
Την προσπάθεια τούτη, όπως είναι φυσικό, το αστικό καθεστώς αγωνίζεται να την πνίξει. Η νέα ιδέα χαραχτηρίστηκε πάντα ανήθικη και εγκληματική από τους υπερασπιστές της εγκαταστημένης εξουσίας. Πολύ φυσικό γιατί η νέα ιδέα τίποτα άλλο δεν είναι παρά ο σπόρος μιας νέας πραγματικότητας και θέλει να πιάσει τη γης, ξεριζώνοντας όλες τις αγαπητές σε πολλούς, μα άγονες πια και εμπόδιο για τη ζωή, παλιές ιδέες. Θυμηθείτε τι έγινε στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους πως οι εθνικοί, οι υπερασπιστές του παλιού καθεστώτος, ύβρισαν, εσυκοφάντησαν, καταδίωξαν, προσπάθησαν να πνίξουν τη νέα Ιδέα.
Έτσι επισκοπώντας τον παγκόσμιο Κύκλο, ετοποθέτησα το μικρό τόξο του κύκλου —την Ελλάδα— και μέσα στο τόξο αυτό, το ελάχιστο σημείο της ατομικής ενέργειας.
Γ΄
Ένιωσα επιταχτικό το χρέος μου να σχηματίσω καθαρή κι αμερόληπτη ιδέα για το μεγαλύτερο σημερινό πρόβλημα που ρυθμίζει την εποχή μας —για το ρούσικο πρόβλημα.
Ό,τι είχα διαβάσει ήταν αντιφατικό, γιομάτο επιπολαιότητα και μεροληψία. Άλλοι παρίσταναν τη Ρουσία ως Παράδεισο, άλλοι ως Κόλαση. Έπρεπε μονάχος μου να δω και να σχηματίσω δική μου γνώμη.
Στην κρίσιμη στιγμή που ζούμε, ήξερα πως ο άνθρωπος έχει χρέος να λάβει, με επίγνωση κι αποφασιστικά, μια θέση ορισμένη —δεξά ή ζερβά— στην παγκόσμια μάχη.
Μαγιακόφσκι Σε άλλες εποχές, ηρεμίας κι ισορρόπησης, έχει το δικαίωμα το άτομο ν’ αποσυρθεί στην ερημία ή να φροντίζει μοναχά για τη βολική επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους. Μα στη σημερινή μας εποχή, μια τέτοια εγωιστική απομόνωση κι ένας τέτοιος βολικός συμβιβασμός θά ’ταν αποτρόπαιη αναντρία.
Ιδού τι ψυχικές και πνευματικές ανάγκες μ’ έσπρωχναν να πάω στη Ρουσία. Πήγα, έμεινα μήνες, ξαναπήγα, μελέτησα με προσοχή κι αγωνία, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα καταπληχτικό πείραμα, που με γιόμωσε ταραχή, συγκίνηση κι ελπίδα.
Δε βρήκα στη Ρουσία μήτε τον Παράδεισο, όπως διαλαλούσαν οι απλοϊκοί από τους κομουνιστές, μήτε την Κόλαση, όπως βεβαίωναν οι χαιρέκακοι και τρομαγμένοι αστοί. Μα βρήκα τη Γης ετούτη, όπου μάχεται ο άνθρωπος, ψάχνοντας, δοκιμάζοντας, πειραματιζόμενος, να βρει μια διέξοδο, ν’ ανοίξει ένα δρόμο ανάμεσα ενούς κόσμου παλιού, που δεν μπορεί πια να τον ανεχτεί η ψυχή του και του νέου ιδανικού που μάχεται, του κάκου να φτάσει.
Αυτή η φοβερή προσπάθεια, που ακόμα δεν τελείωσε, με γιόμωσε σεβασμό και αγωνία. Ό,τι κυρίως αποκόμισα από τη Ρουσία είναι τούτο: Εμπιστοσύνη στην ανθρωπότητα, εμπιστοσύνη που την είχα χάσει, ζώντας με τους αστούς.
ΚαζαντζάκηςΓύρισα στην Ελλάδα. Βρήκα τα δυο στρατόπεδα ν’ αντικρίζουν το μέγα ρούσικο πρόβλημα με παχυλήν αμάθεια. Θέλησα, όπως ήταν χρέος μου, να διαφωτίσω όσους μπορώ —κομουνιστές και αστούς. Έγραψα σειρές άρθρα, τύπωσα βιβλία μίλησα. Με άγρυπνη πάντα, και σκληρή συχνά, αμεροληψία. Γι’ αυτό δεν ευχαρίστησα μήτε τους κομουνιστές μήτε τους αστούς. Δεν πειράζει. Σκοπός μου δεν ήταν να ευχαριστήσω κανέναν, μα να πω την αλήθεια.
Δεν είμαι μήτε στενοκέφαλος αρνητής μήτε επιπόλαιος υμνητής.
Και τούτο, γιατί δεν είμαι άνθρωπος πραχτικής ενέργειας- μα ένας άνθρωπος που σκοπό έχει θέσει στη ζωή του την προσπάθεια να σκεφτεί και να διατυπώσει τη σκέψη του. Γι’ αυτό έχω τη δύναμη και συνάμα το δικαίωμα να βλέπω μιαν ιδέα ολοκληρωτικά, με τη λάμψη και τις σκιές της.
Αν ήμουν «άνθρωπος δράσεως», θα υπερτροφούσα όσα συνέφερναν τη δράση μου και θ’ ατροφούσα —συνειδητά ή ασύνειδα— ό,τι θα εμπόδιζε τη δράση μου και θα εξάγγελνα τότε χοντροκομμένα, ευκολονόητα δόγματα.
Νίκος ΚαζαντζάκηςΔεν είμαι τόσο αφελής να πιστεύω πως μια ιδέα διατυπούμενη μεταβάλλεται αμέσως σε πραγματικότητα. Σκοπός μου ήταν να κάμω όσους μπορούν να σκεφτούν ν’ αντικρίσουν βαθύτερα την ιστορική εποχή που ζούμε, να ετοιμαστούν για μιαν Αναγέννηση της ατομικής και κοινωνικής ζωής τους• Αναγέννηση ψυχική βέβαια στην αρχή, ύστερα πνευματική και κοινωνική και τέλος, με τον καιρό, οικονομική και πολιτική.
Έτσι βοηθούσα κι εγώ, με τις ελάχιστες ατομικές δυνάμεις μου, ν’ ανοιχτεί και για την Ελλάδα η μόνη οδός, η πιο λογική και η πιο σύντομη, της σωτηρίας: Η βαθμιαία προσαρμογή της Μικρής ελληνικής Πραγματικότητας στη Μεγάλη.
Αυτά πιστεύω και διακήρυξα. Βέβαια, έχετε δικαίωμα και χρέος να χτυπήσετε την ιδέα όσο μπορείτε. Το δίλημμα όμως που σας τίθεται, είναι, νομίζω, φοβερό: Να χτυπήσετε, δημιουργείτε εύκολα ήρωες και μάρτυρες• κι έτσι, όπως πάντα έγινε, βοηθάτε στο θρίαμβο της νέας πίστεως. Να μη χτυπήσετε, αφήνετε ανενόχλητη την ιδέα να υπονομεύει τα παλιά θεμέλια και να τα ρίχνει.
Ό,τι κι αν κάνετε, όσος καιρός κι αν περάσει, έχω, κύριοι δικαστές, την πεποίθηση πως πάντα οι λίγοι θα πληθαίνουν, πάντα οι αδικημένοι θα δυναμώνουνται, πάντα η τάξη που αδικεί θα πέσει.
Αυτή είναι η σκέψη μου. Εθεώρησα χρέος μου να τη διατυπώσω με απόλυτη ειλικρίνεια. Χρέος δικό σας, αν βρίσκετε τη σκέψη μου κολάσιμη, να με τιμωρήσετε.
Νίκος Καζαντζάκης
Σημείωση του Παντελή Πρεβελάκη:
Το κείμενο πού δημοσιεύω εδώ με τον τίτλο «Απολογία» θέτει ένα πρόβλημα χρονολόγησης. Σε πρώτο κοίταγμα φαίνεται ν’ ανήκει (κι έτσι νόμισα άλλοτε κι εγώ) στη σύντομη περίοδο από Ιούλιο 1924 ίσα με άνοιξη 1925, οπόταν ο Καζαντζάκης, ζώντας προσωρινώς στο Ηράκλειο, επιχείρησε μια παράνομη πολιτική δράση….
ΜαρτινένγκοΟ Καζαντζάκης έχοντας κληθεί σε απολογία από την ανακριτική αρχή Ηρακλείου, υπέβαλε μιαν «Ομολογία Πίστεως», δηλ. ένα Υπόμνημα, που μας είναι γνωστό έκτοτε από τη δημοσίευσή του στο ημερήσιο φύλλο Νέα Εφημερίς του Ηρακλείου της 16 Φεβρουαρίου 1925. (Τελευταίως το Υπόμνημα του Καζαντζάκη αναδημοσιεύθηκε στην Κρητική Πρωτοχρονιά, Αθήνα 1962, σσ. 49-52, από τον Στέργιο Γ. Σπανάκη.)
Η «Ομολογία Πίστεως» και η «Απολογία» παρουσιάζουν χτυπητές ομοιότητες- κατ’ ουσία η «Απολογία» είναι μια μεθοδικότερη ανάπτυξη της «Ομολογίας Πίστεως» του 1925: ένα κείμενο πυκνότερο σε νοήματα και κατά πολύ μακρότερο από το αρχικό.
Προσεκτικότερη όμως μελέτη της «Απολογίας» μου φανέρωσε πως δεν μπορούσε να έχει γραφεί νωρίτερα από το 1928. «Έγραψα σειρές άρθρα, τύπωσα βιβλία, μίλησα», γράφει προς το τέλος του κειμένου ο Καζαντζάκης., συνοψίζοντας τη διαφωτιστική δράση του σχετικώς με τη Ρωσία. Όπως είναι γνωστό, το «Τι είδα στη Ρουσία» βγήκε στα 1928, και η μόνη δημόσια πολιτική ομιλία του Καζαντζάκη στην Ελλάδα έγινε στις 11 Ιανουαρίου 1928, στην «Αλάμπρα».
Επομένως η «Απολογία» πρέπει να τοποθετηθεί μετά τα γεγονότα αυτά. Επειδή συνάμα ο Καζαντζάκης απουσίασε από την Ελλάδα τόσο κατά τη διετία 1928-30 όσο και μετά τον Ιούνιο του 1931, η μόνη χρονική περίοδος όπου μπορεί ν’ ανήκει η «Απολογία» είναι το σύντομο διάστημα από τέλη Οκτωβρίου 1930 ίσαμε 20 Ιουνίου 1931 που ο Καζαντζάκης παρέμεινε στην ‘Ελλάδα.
Μένει ένα τελευταίο ερώτημα: Ενοχλήθηκε πάλι ο Καζαντζάκης από την Ανακριτική Αρχή Ηρακλείου όταν, το Νοέμβριο του 1930, επισκέφθηκε τη γενέτειρά του; Πιστεύω όχι. Ένα τέτοιο γεγονός δεν μπορούσε παρά να μου το αναφέρει στα γράμματά του. Η πεποίθησή μου είναι ότι ο Καζαντζάκης αναμόρφωσε και ανάπτυξε στην «Απολογία» την «Ομολογία Πίστεως» του 1925, επειδή θεωρούσε επικειμένη τη δίκη («κύριοι δικαστές», επιλέγει ο Καζαντζάκης σα να έχει μπροστά του την έδρα δικαστηρίου) που εκκρεμούσε από καιρού εναντίον του για τη συγκέντρωση της «Αλάμπρας». Περί της «επικείμενης δίκης» του Καζαντζάκη και του Γληνού δημοσιεύουν κύριο άρθρο τα Αθηναϊκά Νέα της 19ης Απριλίου 1930, πράγμα που δείχνει πως το ζήτημα δεν είχε τερματισθεί…
_________
http://christostsantis.com/2015/03/24/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%85%CF%80%CE%AD%CE%B2%CE%B1/